Χέλμουτ Νιούτον

Στην τέχνη του ο Νιούτον καταργεί την πραγματικότητα και εξυψώνει τον πόθο, χρησιμοποιεί το στοιχείο της βίας, του σαδομαζοχισμού. Θα εργαστεί ως ρεπόρτερ στη «Singapore Straits Times» και ως φωτογράφος πορτρέτων. Μετά τον διωγμό των βρετανικών αρχών το 1940 θα βρεθεί στην Αυστραλία για να δουλέψει ως γεωργός.

    Ο Νιούτον δεν ολοκληρώνει το ταξίδι του μέχρι τη Χιλή, όπου περιμένουν οι δικοί του, αλλά αποβιβάζεται στη Σιγκαπούρη. Η ίδια θα αποδειχθεί αξιόλογη φωτογράφος που θα δράσει κάτω από το ψευδώνυμο Άλις Σπρινγκς.

Το ταξίδι του μέσα στο Conte Rosso μαζί με εκατοντάδες άλλους φυγάδες θα εξελιχθεί γι’ αυτόν μία αναπάντεχη εμπειρία. Από το 1974 οι φωτογραφίες του πρωτοστατούν σε γνωστά περιοδικά μόδας, ενώ συνεργάστηκε επίσης και με ανδρικά περιοδικά.

Κατατάσσεται στον αυστραλιανό στρατό και το 1946 πολιτογραφείται Αυστραλός και το Neustaedter θα μετατραπεί σε Νιούτον. Προτού ολοκληρωθεί ο χρόνος πηγαίνει στο Παρίσι όπου θα δουλέψει για γαλλικά και γερμανικά περιοδικά.

Το γεγονός αυτό τον ώθησε στην προτίμηση έντονων χρωματικών αντιθέσεων και στην εκτύπωση ζωηρών χρωμάτων στις μεταγενέστερες έγχρωμες φωτογραφίες του, η ποιότητα και η συνεισφορά του στην φωτογραφική τέχνη θεωρούνται πραγματικότητα. . Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του οι γυναίκες καταφέρνουν ακόμα και μέσα από τη γύμνια τους να εκπέμψουν απίστευτη δυναμικότητα.

Σύντομα θα επιστρέψει στην Αυστραλία με ένα συμβόλαιο στην αυστραλιανή «Vogue» και μετά πάλι πίσω στο Παρίσι (1961) όπου θα συνεχίσει τη δουλειά του ως φωτογράφος μόδας. Το 1976 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «White Women». Στις 23 Ιανουαρίου 2004, καθώς οδηγούσε πιθανολογείται ότι υπέστη καρδιακή προσβολή, με αποτέλεσμα η Κάντιλακ που οδηγούσε να πέσει πάνω στον τοίχο του διάσημου «Chateau Marmont». Ο Χέλμουτ Νιούτον θεωρήθηκε από πολλούς κάτι παραπάνω από φωτογράφος μόδας.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του περιορίζει τις μετακινήσεις του ανάμεσα στο Μόντε Κάρλο και το Λος Άντζελες. Η επαγγελματική και φιλική τους σχέση θα συνεχιστεί και μετά το 1957, όταν ο Νιούτον θα φύγει για το Λονδίνο με ετήσιο συμβόλαιο στην αγγλική «Vogue».

Ο Νιούτον στο χώρο της καλλιτεχνικής φωτογραφίας εκτιμήθηκε εξαιτίας των ασυνήθιστων μορφών που παρουσίαζε, της φαντασίας και της έντονης δημιουργικότητάς του. Ο Νιούτον γεννήθηκε το 1920 στο Βερολίνο και ήταν εβραϊκής καταγωγής. Είναι αλήθεια ότι ο ίδιος έπασχε από αχρωματοψία.

Στα 12 του αποκτά την πρώτη του φωτογραφική μηχανή. Όπως είχε δηλώσει:     Αυτό το πλοίο ήταν για εμάς παράδεισος.

Την ίδια χρονιά η οικογένεια Νιούτον αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Γερμανία αφήνοντας όμως πίσω τον Χέλμουτ ο οποίος, μη έχοντας ολοκληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, καθυστερεί ένα μήνα τη αποχώρησή του περιμένοντας την έκδοση του διαβατηρίου του. Κάθε απόγευμα χορεύαμε, πίναμε, ικανοποιούσαμε τα σεξουαλικά μας απωθημένα.

Η έκδηλη τεμπελιά του για τα μαθήματα και η υπέρμετρη λατρεία του για την κολύμβηση, τα κορίτσια και τη φωτογραφία θα αναγκάσουν το διευθυντή του σχολείου να τον αποβάλλει. Το 1936 προσεγγίζει την Έλσα Σίμον (Ιβα), διάσημη φωτογράφο, και μαθητεύει δίπλα της έως το 1938, όπου εκείνη τη χρονιά η τελευταία δολοφονείται από τους ναζιστές. «Στο λεξιλόγιό μου η λέξη “τέχνη” είναι μια πρόστυχη, βρώμικη λέξη» έχει δηλώσει.

Η σχέση τους διατήρησε το στοιχείο της διακριτικότητας, όσα χρόνια και αν πέρασαν. Το 1953 πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση μαζί με τον Αυστραλό φωτογράφο Βόλφγκανγκ Σίβερς (Wolfgang Sievers). Ο Νιούτον εγγράφεται στο αμερικάνικο σχολείο του Βερολίνου αλλά η φοίτησή του δε θα ολοκληρωθεί.

Ο Χέλμουτ Νιούτον (Helmut Newton, 31 Οκτωβρίου 1920-23 Ιανουαρίου 2004) ήταν Γερμανός φωτογράφος, που ασχολήθηκε κυρίως με τη φωτογραφία μόδας και τη γυμνή φωτογράφηση. Προσέγγιζα πάντα τις μεγαλύτερες γυναίκες.

Το πραγματικό του επίθετο ήταν Neustaedter. Το οικογενειακό του μοντέλο και ο τρόπος ζωής του επηρέασαν με υπόγειο τρόπο την τεχνική και τη θεματογραφία του.

Με γοήτευαν η λάμψη τους, η εξυπνάδα τους και η σεξουαλικότητα που εξέπεμπαν. Πίσω από κάθε του λήψη υποβόσκει και μία μικρή ιστορία, συνήθως αμφιλεγόμενη, βίαιη, σεξουαλικά φορτισμένη. Ο ερχομός του κινήματος του υπερρεαλισμού θα προσφέρει σε κάποιους το πάτημα να αποδεχτούν την εκκεντρικότητά του Νιούτον.

Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης επιχείρησης με κουμπιά και αγκράφες, η Αμερικανίδα μητέρα του μόνιμα κοντά στο Νιούτον διατηρούσε τον στοργικό και υπερπροστατευτικό της ρόλο. Ζουν, κοιμούνται, αναπνέουν με άψογο μακιγιάζ, βαριά κοσμήματα, προκλητικά τακούνια στιλέτο.

Το 1948 παντρεύεται την ηθοποιό και μοντέλο Τζουν Μπράουν, γνωστή ως Τζουν Μπρουνέλ. Λίγα χρόνια αργότερα θα συνεργαστεί με τον Χένρι Τάλμποτ (Henry Talbot), επίσης διωκόμενο Εβραίο, και το στούντιο θα μετονομαστεί σε «Χέλμουτ Νιούτον & Χένρι Τάλμποτ».

Την ίδια χρονιά δημιουργεί το προσωπικό του στούντιο στο κοσμικό Φλίντερ Λέιν της Μελβούρνης.
 
?>