Κωνσταντίνος Άμαντος
Σπούδασε Ιστορία και Φιλολογία στα πανεπιστήμια Αθηνών, Μονάχου και Βερολίνου. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά καταγόταν από το χωριό Ζυφιάς της Χίου.Πλήθος δημοσιευμάτων του σε ελληνικά περιοδικά πραγματεύονται ζητήματα τοπωνυμίων, τόσο της ιδιαίτερης πατρίδας του (της Χίου), όσο και άλλων περιοχών (Κρήτη, Ηπείρου κτλ.). Οι κυριότερες μονογραφίες του είναι οι εξής: Μερικά γλωσσικά δημοσιεύματα έχουν συγκεντρωθεί μετά τον θάνατό του στον συλλογικό τόμο Γλωσσικά Μελετήματα (Εν Αθήναις 1964), τον οποίο επιμελήθηκε ο μαθητής του Νικόλαος Β. Η συμβολή του στη Γλωσσολογία ήταν επίσης αξιοσημείωτη.
Ασχολήθηκε εκτενώς με την τοπωνυμιολογία, όπως προκύπτει από τη διδακτορική του διατριβή Die Suffixe der neugriechischen Ortsnamen («Τα επιθήματα των νεοελληνικών τοπωνυμίων»), την οποία υπέβαλε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1903 υπό την εποπτεία τού καθηγητού τής Βυζαντινολογίας K. Επίσης το 1945, στην κυβέρνηση Πλαστήρα υπηρέτησε ως υπουργός Παιδείας και εισηγήθηκε τη χρήση της Δημοτικής στο Δημοτικό.
O Κωνσταντίνος Άμαντος (1874 – 1960) ήταν Πανεπιστημιακός, βυζαντινολόγος και Ακαδημαϊκός. Το 1926 τοποθετήθηκε μεταξύ των πρώτων μελών της Ακαδημίας Αθηνών.Υπήρξε μέλος της Επιστημονικής Εταιρείας Αθηνών, ενώ ίδρυσε τα περιοδικά: «Χιακά Χρονικά», «Αιγαίον» και «Ελληνικά».
Τωμαδάκης. Στις 15 Οκτωβρίου 2004 τοποθετήθηκε στον κεντρικό δρόμο του οικισμού Ζυφιά της Χίου, από όπου καταγόταν ο Κωνσταντίνος Άμαντος, προτομή του, έργο της Χιώτισσας γλύπτριας Μαίρης Παπακωνσταντίνου. . Krumbacher.
Πέθανε στην Αθήνα. Δημοσίευσε πλήθος άρθρων και μελετών στα πιο έγκριτα περιοδικά της εποχής. Την περίοδο 1925-1939 δίδαξε ως τακτικός καθηγητής της Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το διάστημα 1904-1914 εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση και το διάστημα 1914-1924 στη σύνταξη του «Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας», ως διευθυντής του.
